Τα ντιμπειτ που εμειναν στην ιστορια


Οι προεδρικές εκλογές του 1960, στις ΗΠΑ, κρίθηκαν για περίπου εκατό χιλιάδες ψήφους ή 0,17% του εκλογικού σώματος! Ήταν η πιο μικρή διαφορά στην ιστορία. Κι ήταν, ταυτόχρονα, η πρώτη φορά στην ιστορία, που οι δύο υποψήφιοι αναμετρήθηκαν σε τηλεοπτικά debates. Και μάλιστα σε τέσσερα!Το πρώτο από αυτά το παρακολούθησαν 70 εκατομμύρια θεατές. Και είδαν έναν αμακιγιάριστο, κουρασμένο και ελαφρώς αξύριστο Νίξον (στον οποίο, ο θρύλος λέει ότι τηλεφώνησε αμέσως μετά η μητέρα του, ανήσυχη μήπως ήταν άρρωστος) απέναντι σε έναν ηλιοκαμμένο, υγιή και καλοβαμμένο Κέννεντυ. Κάπως έτσι γεννήθηκε ένας αστικός μύθος: πως ο νεαρός γερουσιαστής νίκησε οριακά τον έμπειρο αντιπρόεδρο στις εκλογές, επειδή είχε κερδίσει το debate. Τον αστικό μύθο ενίσχυσε μια δημοσκόπηση της εποχής, που έδειχνε ότι ανάμεσα σ εκείνους που είδαν την αναμέτρηση στην τηλεόραση, το 30% θεώρησαν νικητή τον Κέννεντυ και το 29% τον Νίξον, ενώ όσοι την άκουσαν στο ραδιόφωνο έκριναν νικητή τον Νίξον με ποσοστά 49% έναντι 21%.Ο αστικός μύθος θέλει, λοιπόν, τα τηλεοπτικά, προεκλογικά debates να κρίνουν τις εκλογές και να τις κρίνουν μάλιστα με όρους show, σ ένα δραματοποιημένο περιβάλλον, όπου η εικόνα υπερέχει του λόγου, η ατάκα του επιχειρήματος, το θέαμα της πολιτικής. Πόσο μέτρησε η ατυχία του Προέδρου Μπους, στην αναμέτρηση με τον Κλίντον το 1992, που συνελήφθη από την κάμερα να κοιτά το ρολόϊ του, δίνοντας την εντύπωση ότι νιώθει άβολα; Πόσο έκρινε τα πράγματα το γεγονός ότι η μία από τους δημοσιογράφους λιποθύμησε την ώρα που ο Καναδός πρωθυπουργός απαντούσε σε μια κρίσιμη ερώτηση, σ ένα debate του 1997, κι εκείνος συνέχισε την απάντησή του, με την γυναίκα σωριασμένη στο πάτωμα του στούντιο; Πόσο ριάλιτι, πόση πολιτική χωρούν σ ένα debate;

Η αλήθεια είναι ότι αν ο Κέννεντυ θεωρήθηκε νικητής του πρώτου debate, τα επόμενα τρία τα κέρδισε ο Νίξον. Αλλά έχασε τις εκλογές παρ όλα αυτά. Η αλήθεια είναι επίσης ότι η διαφορά της εντύπωσης για τον νικητή ανάμεσα στους τηλεθεατές και τους ακροατές μπορεί να είχε απλούστερη εξήγηση. Το 1960, το 87% των αμερικανικών νοικοκυριών είχαν τηλεόραση. Συνεπώς οι περισσότεροι απ όσους άκουσαν την μονομαχία στο ραδιόφωνο θα πρέπει να ήταν φτωχοί αγρότες από το βαθύ νότο, που δεν θα ψήφιζαν εύκολα, έτσι κι αλλιώς, έναν καθολικό και πλούσιο υποψήφιο από την σνομπ Μασσαχουσέτη. Το βέβαιο είναι ότι η εμπειρία δεν ενθουσίασε το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Ενώ ο Καναδάς, το 1968, η Δυτική Γερμανία, το 1969 και η Γαλλία, το 1974, υιοθέτησαν με ενθουσιασμό το είδος, το αμερικανικό κοινό έπρεπε να περιμένει 16 χρόνια για να δει την επόμενη αναμέτρηση. Ήταν το 1976, ανάμεσα στον Κάρτερ και τον Φορντ. Ο Φορντ είχε μάλλον κερδίσει το πρώτο debate, για θέματα εσωτερικής πολιτικής, αλλά στο δεύτερο, για την εξωτερική πολιτική, διέπραξε μια από τις μεγαλύτερες γκάφες στην μικρή ιστορία των τηλεμαχιών («δεν υπάρχει σοβιετική κυριαρχία στην ανατολική Ευρώπη»- είπε- «και δεν θα υπάρξει όσο διαρκεί μια προεδρία Φορντ»). Από την επομένη βυθίστηκε στις δημοσκοπήσεις, για να μην ανακάμψει μέχρι τέλους.

Από τότε τα debates έγιναν μια σταθερά της εκλογικής διαδικασίας σε όλες τις δημοκρατικές χώρες, με προεδρικό είτε με κοινοβουλευτικό σύστημα- με τελευταία την Μεγάλη Βρετανία, που αντιστάθηκε στην μόδα μέχρι το 2010! Υπάρχει πια μια πελώρια βιβλιογραφία με θεωρητικές αναλύσεις και ευρήματα ερευνών. Η επιρροή τους στο εκλογικό σώμα και η επίδρασή τους στον πολιτικό λόγο έχει μετρηθεί, με όλους τους τρόπους.

Υπήρξαν υποψήφιοι που είχαν επικοινωνιακό χάρισμα και η τηλεοπτική αναμέτρηση ήταν εύκολο γήπεδο γι αυτούς: ο Ρέγκαν πάνω απ όλους, ο Κλίντον, ο Ομπάμα. Αλλά και οι τρεις νίκησαν στα debates εκλογών που θα τις κέρδιζαν έτσι κι αλλιώς. Κι αν υπάρχει μια εξαίρεση είναι η περίπτωση Δουκάκη- Μπους, όπου μια κακή απάντηση του Δουκάκη σε μια κακή δημοσιογραφική ερώτηση (με αφορμή έναν κατάδικο στις φυλακές της Μασσαχουσέτης που, στην διάρκεια μιας άδειας διέπραξε στυγερό έγκλημα) έκανε ζημιά στην καμπάνια του. Θα κέρδιζε αλλιώς τις εκλογές ο Δουκάκης; Μάλλον όχι.

Είναι το πρώτο συμπέρασμα των περισσότερων αναλυτών: Τα debates συνήθως ενισχύουν τις αντιλήψεις που κυριαρχούν στο εκλογικό σώμα, παρά τις ανατρέπουν. Αλλαγές στις εκλογικές τάσεις, μετά από ένα debate, είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Στην ελληνική περίπτωση, μάλιστα, εξαίρεση δεν υπήρξε ποτέ.

Το 1960, όταν πραγματοποιήθηκε το πρώτο τηλεοπτικό εκλογικό debate στην ιστορία, ανάμεσα στον Κένεντυ και τον Νίξον, η Ελλάδα δεν είχε ακόμη τηλεόραση. Κι όταν απέκτησε τηλεόραση, δεν είχε πια εκλογές, είχε δικτατορία. Μα κι όταν επιτέλους τα είχαμε και τα δύο, και δημοκρατία και τηλεόραση, ο ρόλος της τηλεόρασης στις εκλογές παρέμεινε για δύο τουλάχιστον δεκαετίες περιθωριακός.

Ο πρώτος που ζήτησε μια τηλεοπτική αναμέτρηση με τον αντίπαλό του ήταν ο Μητσοτάκης, στις εκλογές του 1985. Ο Παπανδρέου, όμως, αρνήθηκε, επικαλούμενος παλιούς λογαριασμούς, από την χαμένη άνοιξη του 1964 και την αποστασία του 65. Τον Νοέμβριο του 1989 (είχε προηγηθεί η ήττα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Ιουνίου και ο σχηματισμός της κυβέρνησης Τζανετάκη) ο γαλλοθρεμμένος τηλεοπτικά Ριχάρδος Σωμερίτης, στο σύντομο πέρασμά του από την ΕΡΤ, πέτυχε ένα υβριδικό μοντέλο διαλόγου, όπου οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί, σε τρεις διαδοχικές βραδιές, απαντούσαν στις ερωτήσεις ενός σταθερού πάνελ τριών δημοσιογράφων. Δεν ήταν debate, αλλά ο Σωμερίτης και οι μετέχοντες ελπίζανε ότι θα βοηθούσε να σπάσει ο πάγος. Έσπασε, πράγματι. Στις επόμενες εκλογές, μετά από λίγους μήνες, Μητσοτάκης, Παπανδρέου και Φλωράκης κάθισαν μαζί σε μια συζήτηση στο Πάντειο περί εξωτερικής πολιτικής, με συντονιστή τον Γιάννη Καψή. Αλλά ούτε αυτό ήταν πραγματικό debate.

Το πρώτο έγινε τον Σεπτέμβριο του 1996 ανάμεσα στον Σημίτη και τον Έβερτ, που δεν είχαν εκκρεμότητες από τα 60’ς. Ήταν υπερβολικά φορμαλιστικό, ένας στενός κορσές με τους δημοσιογράφους υποχρεωμένους να απευθύνουne το ίδιο ερώτημα στους δύο αρχηγούς κι εκείνοι να απαγορεύεται να συνομιλούν μεταξύ τους.

Ακολούθησαν άλλα επτά, μεταβαλλόμενης γεωμετρίας, σε εκλογές και ευρωεκλογές των επόμενων χρόνων, μέχρι το 2009. Μόνον ένα, εκείνο που έφερε αντιμέτωπους τετ-α-τετ Καραμανλή και Παπανδρέου, τον Σεπτέμβριο του 2009, με την Μαρία Χούκλη να συντονίζει, έμοιαζε με αληθινό διάλογο.

Τα υπόλοιπα είχαν από τη μια μεριά πολλούς αρχηγούς, οχυρωμένους, προστατευμένους και ασφαλείς πίσω από αυστηρούς κανόνες, που απέκλειαν το αναπάντεχο. Και, από την άλλη μεριά ακόμη περισσότερους δημοσιογράφους (αφού τα κανάλια απαιτούσαν, ανοήτως, ως όρο για να μεταδώσουν την συζήτηση, την συμμετοχή κι ενός εκπροσώπου τους). Αποτέλεσμα, από άνοστο και άχαρο έως ανυπόφορο.

Κι έπειτα ανακαλύψαμε ότι υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο από ένα κακά οργανωμένο debate: Η πλήρης απουσία του.

Λάβετε θέσεις, λοιπόν. Παρακολουθήστε το. Και ακολουθήστε, αν θέλετε, τις συμβουλές του αμερικάνικου debatewatch προς συνειδητούς πολίτες: Ετοιμαστείτε λίγο, ρίξτε μια ματιά στις βασικές θέσεις των υποψηφίων πριν παρακολουθήσετε το debate. Μην το δείτε μόνος-μόνη. Δείτε το με παρέα και σχολιάζετε στην διάρκειά του. Έχετε δίπλα ένα χαρτί κι ένα μολύβι για να σημειώνετε κάτι που θέλετε να ξανασκεφτείτε ή να συζητήσετε κατόπιν. Και μην βιαστείτε να αναδείξετε νικητή και χαμένο. Το πράγμα είναι, συνήθως, πιο περίπλοκο απ όσο από πρώτη ματιά δείχνει…

ΠΗΓΗ: huffington post

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s